Παρέμβαση στον Υπουργό Αγροτικής Ανάπτυξης

ΡΕΘΕΜΝΙΩΤΙΚΑ ΝΕΑ 17-07-2021

 

     Την ανάγκη αναθεώρησης της νέας ΚΑΠ στον κλάδο της ελαιοκομίας επισημαίνει ο Σύνδεσμος Ελαιοκομικών Δήμων Κρήτης, που συζήτησε το θέμα στη χθεσινή του συνεδρίαση που πραγματοποιήθηκε με τηλεδιάσκεψη. Όπως τονίζει είναι απαραίτητο η ελαιοκαλλιέργεια να ενταχθεί σε χωριστή ειδική «κατηγορία» ή «περιφέρεια» μέσα στην οποία οι άμεσες ενισχύσεις στους παραγωγούς να διατηρηθούν και αν χρειαστεί, να τεθούν σε πλαίσια μόνο περιφερειακής σύγκλισης.

     Ήδη μάλιστα, όπως ανέφερε στα «Ρ.Ν.» ο πρόεδρος του Συνδέσμου Ελαιοκομικών Δήμων Κρήτης Γιώργος ΜΑΡΙΝΑΚΗΣΜαρινάκης, ο ΣΕΔΗΚ θα έχει συνάντηση για το θέμα με τον περιφερειάρχη, ενώ σχετική παρέμβαση θα γίνει και στο αρμόδιο υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης.

   «Στη συνεδρίαση του ΣΕΔΗΚ επικεντρωθήκαμε στο θέμα της νέας ΚΑΠ, που διαμορφώνεται για να δούμε πως μπορούμε να κάνουμε παρεμβάσεις, ώστε να αρθούν οι αδικίες εις βάρος των παραγωγών του ελαιολάδου. Και η προηγούμενη ΚΑΠ είχε αδικίες και η καινούρια προοιωνίζεται να έχει ακόμα μεγαλύτερες. Οπότε προσπαθούμε να κάνουμε διορθωτικές κινήσεις. Αποφασίσαμε να έρθουμε σ’ επαφή με τον περιφερειάρχη, ώστε από κοινού να διεκδικήσουμε από το υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης καλύτερη μεταχείριση των ελαιοπαραγωγών και των ελαιοδέντρων γενικά, γιατί είναι τελείως κουτό να εξισώνονται οι ελιές με τις δενδρώδεις καλλιέργειες μαζί με τις μηλιές και τις ροδακινιές και μάλιστα να υπάρχει μια τάση να εξομοιωθούν με τους βοσκότοπους. Είναι τελείως άδικο αυτό το πράγμα. Δεν είναι δυνατό να συμβαίνει αυτό» ανέφερε μιλώντας στα «Ρ.Ν.» ο Γιώργος Μαρινάκης.

 Ο κλάδος της ελαιοκομίας παρά τα σημαντικά συγκριτικά κοινωνικοοικονομικά και περιβαλλοντικά του πλεονεκτήματα, όχι μόνο δεν ενισχύθηκε με την ισχύουσα ΚΑΠ αλλά αντίθετα, υποβαθμίστηκε όπως επισημαίνει ο ΣΕΔΗΚ και δέχτηκε σοβαρά πλήγματα. Μεταξύ αυτών τα κυριότερα ήταν:

1.Οι ελαιώνες ενώ δεν αποτελούν μια απλή εδαφική έκταση, αλλά μια μόνιμη επένδυση, η οποία απαιτεί μόχθους γενεών για να υπάρξει, εντάχθηκαν αδικαιολόγητα στην επονομαζόμενη περιφέρεια «Δενδρώδεις καλλιέργειες» και ενισχύονται με βάση την έκταση τους εδάφους που καταλαμβάνουν και όχι με την πραγματική ειδική τους αξία, η οποία είναι πολλαπλάσια της αξίας του εδάφους.

 

2.Οι ενισχύσεις των 550 εκατ.€, περίπου, που χρόνια παρεχόταν μόνο στους ελαιώνες, αφού μειώθηκαν σε μόνο 470 εκατ. €, κατανεμήθηκαν σε 20 και πλέον άλλες δενδρώδεις καλλιέργειες με αποτέλεσμα η ανά στρέμμα αναλογούσα ενίσχυση να μειωθεί μέχρι και 70%.

 

3.Η άδικη απόφαση του αποκλεισμού από ενισχύσεις των εκμεταλλεύσεων που έχουν εκτάσεις κάτω από 4 στρ. ή λαμβάνουν ενισχύσεις χαμηλότερες των 250 ευρώ, η όποια με δεδομένο ότι η μέση έκταση ελαιώνων ανά ελαιοπαραγωγό στην Κρήτη είναι μόλις 11 στρ.- εκτιμάται ότι θα συνετέλεσε ώστε χιλιάδες ελαιοπαραγωγοί, πιθανόν 30% του συνόλου, να τεθούν εκτός ενισχύσεων.

 

   Στο υπόμνημά του ο ΣΕΔΗΚ αναφέρει: «τα κατά καιρούς μέτρα της ΚΑΠ και η δραματική πτώση των τιμών παραγωγού οδήγησαν σε πραγματική σταδιακή εγκατάλειψη της ελαιοκαλλιέργειας σε όλη την χώρα και ιδιαίτερα στην Κρήτη.

   Σύμφωνα με δηλώσεις Συνεταιρικών οργανώσεων και πληροφορίες του ΣΕΔΗΚ, εκατοντάδες χιλιάδες στρέμματα ελαιώνων, ιδίως στην Ανατολική Κρήτη, φέτος δεν συγκομίστηκαν ή και έμειναν ακαλλιέργητοι με σοβαρές οικονομικές και περιβαλλοντικές συνέπειες.

   Η ασυγκόμιστη ελαιοπαραγωγή, που φέτος εκτιμάται ότι ανήλθε σε περίπου 30.000 τόνους ελαιολάδου, σημαίνει απώλεια ανάλογου οικονομικού εισοδήματος και σημαντικής απασχόλησης στην ενδοχώρα.

   Η εγκατάλειψη της καλλιέργειας, που σημαίνει ανεξέλεγκτη ανάπτυξη της αυτοφυούς βλάστησης και ζιζανίων, εγκυμονεί σοβαρούς περιβαλλοντικούς κινδύνους από πυρκαγιές κατά την θερινή περίοδο οι οποίες προκαλούν σοβαρούς κινδύνους διάβρωσης του εδάφους.

Προτάσεις για νέα ελαιοκομική στρατηγική 

   Από τα παραπάνω, αβίαστα προκύπτει ότι, με την ευκαιρία της νέας ΚΑΠ και των στρατηγικών: «Από το χωράφι στο τραπέζι» και «Βιοποικιλότητα», που έχουν εξαγγελθεί από την ΕΕ, η χώρα μας πρέπει να χαράξει μια θαρραλέα «ελληνική ελαιοκομική στρατηγική» για αποκατάσταση, η υλοποίηση της οποίας θα πρέπει να επιδιωχθεί με μέτρα στα πλαίσια της νέας ΚΑΠ άλλα και με συμπληρωματικά μέτρα στα πλαίσια μιας εθνικής ελαϊκής πολιτικής.

Στα πλαίσια της νέας ΚΑΠ προτείνεται:                                                                                                   

1.Ένταξη της Ελαιοκαλλιέργειας σε χωριστή ειδική «κατηγορία» ή «περιφέρεια» μέσα στην οποία οι άμεσες ενισχύσεις θα πρέπει να διατηρηθούν και αν χρειαστεί, να τεθούν σε πλαίσια μόνο περιφερειακής σύγκλισης.

 

2.Τα προϊόντα των παραδοσιακών ελαιώνων (ελαιόλαδο, βρώσιμες) για λόγους κοινωνικούς και περιβαλλοντικούς πρέπει να ενταθούν σε συνδεδεμένες με την ποσότητα και ποιότητα ενισχύσεις.

 

3.Οι μικροί ελαιοπαραγωγοί με ελαιώνες κάτω των 4 στρ. και ενισχύσεις κάτω από 250 ευρώ που έχουν εξαιρεθεί με την ισχύουσα ΚΑΠ, πρέπει να αποκατασταθούν και να υπαχθούν στα μέτρα των ενισχύσεων των 1250€ που προτείνεται από θεσμούς της ΕΕ για μικρούς παραγωγούς.

 

Στα πλαίσια της εθνικής λαϊκής πολιτικής:   

1.Η διάθεση του ελαιολάδου θα πρέπει να εξυγιανθεί με θέσπιση μέτρων για την διάθεση του χύμα με πλειοδοτικούς διαγωνισμούς των παραγωγών αλλά και υποστηρικτικών μέτρων για την δημιουργία μεγάλων βιώσιμων μονάδων τυποποίησης και εξαγωγών.

 

2.Η «Συλλογική Δολωματική Δακοκτονία», η οποία αποτελεί μέθοδο με υψηλή περιβαλλοντική και διατροφική ασφάλεια, πρέπει να ενταχθεί στις φιλοπεριβαλλοντικές δράσεις και η εφαρμογή της να τύχει πλήρους και έγκαιρης οικονομικής και επιστημονικής υποστήριξης.

 

3.Οι ζημιές από καύσωνες στους ελαιώνες κατά την άνθηση -καρπόδεση θα πρέπει να τύχουν ασφαλιστικής κάλυψης από τον ΕΛΓΑ διότι η εξαίρεση τους με τον ισχύοντα κανονισμό είναι άδικη και δεν έχει καμία επιστημονική ή αγρονομική βάση».

{module Newsletter Banner}   Όπως είπε ο πρόεδρος του ΣΕΔΗΚ η φετινή ελαιοκομική χρονιά δεν προβλέπεται ιδιαίτερα καλή, ενώ ανέφερε ότι υπάρχουν καθυστερήσεις στη δακοκτονία: «είναι τεράστιας σημασίας η ποιότητα των φαρμάκων, ενώ πρέπει να προσέξουν και οι παραγωγοί πάρα πολύ την ποιότητα του παραγόμενου ελαιολάδου γιατί ότι λάθος κάνουν κατά την περίοδο της προστασίας, αυτό φαίνεται σαν υπόλειμμα σε οποιαδήποτε χημική εξέταση γίνει, οπότε το λάδι μας γίνεται μη εμπορεύσιμο και μη υγιεινό», πρόσθεσε.